Άνθρωποι και Ποντίκια

Ήμουν στην Κω το βράδυ της Παρασκευής. Κατέβηκα από το καράβι γύρω στις 2 τα ξημερώματα. Ο πρώτος άνθρωπος που είδα ήταν μια γυναίκα που φορούσε μια άσπρη μαντήλα και μια μαύρη ζακέτα. Θα μπορούσε να είναι στην ηλικία μου, ή και δέκα χρόνια πιο μικρή ή πιο μεγάλη. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Εγώ κατέβαινα από το καράβι, ενώ εκείνη περίμενε να ανέβει με κατεύθυνση τον Πειραιά. Της χαμογέλασα. Μου χαμογέλασε κι εκείνη! Προσπάθησα να την τοποθετήσω στις φωτογραφίες που κυκλοφορούν με τα χαλάσματα σε πόλεις της Συρίας, με στρατόπεδα προσφύγων, με ξεχυλισμένα καράβια που συνήθως βουλιάζουν. Στο μυαλό μου, η γυναίκα αυτή επιβίωσε από ένα από αυτά ή και από όλα ή και από άλλα που δεν φαντάζομαι γιατί τέτοιες φωτογραφίες μπορεί να μην υπάρχουν στο ίντερνετ. Ήταν τώρα έτοιμη να ανέβει στο καράβι για τον Πειραιά, είχε κάτι χαρτιά και ένα εισιτήριο ίδιο με το δικό μου. Πλησίασε τότε ένας τύπος με στολή. Μπορεί να ήταν της αστυνομίας, του λιμενικού ή του στρατού. Για μένα πλέον οι άνθρωποι με στολή δεν έχουν καμία διαφορά. Άρχισε να την σπρώχνει και να φωνάζει πως στριμώχνωνται σαν τα ζώα μπροστά στο καράβι και δεν αφήνουν τους τουρίστες να περάσουν. Θύμωσα και κοκκίνησα και είπα «εσύ είσαι ζώο» και έπειτα προσπερνώντας τον «άι στο διάολο από δω πέρα». Η γυναίκα συνέχισε να χαμογελάει. Λέω μέσα μου, κοίτα, επεζήσε απ’όλες τις φωτογραφίες. Τώρα, «απλώς» την σπρώχνει ένας μπάτσος. Γίνεται να μην χαμογελάει;

Τώρα μια άλλη γυναίκα πάνω απο το καράβι φώναζε: «Αφού έχουν εισιτήρια και χαρτιά γιατί δεν τους αφήνετε να ανέβουν;». Τρεις-τέσσερις ήτανε οι μπάτσοι στην προβλήτα, όλοι με διαφορετικές στολές. Όλοι έβριζαν στα ελληνικά, ενώ οι πρόσφυγες που είχανε εισιτήριο έκαναν μια γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλον και σε απόσταση από τους τουρίστες, περιμένοντας να μπουν στο πλοίο και μιλώντας σ’ αυτούς με τις στολές σε άπταιστα αγγλικά, εξηγώντας πως έχουν ειστήριο. Μάταιος κόπος. Όχι απλώς για τα αγγλικά. Τα ποντίκια δεν μιλούν καμιά γλώσσα. Κοίταζα τα διακριτικά τους. Θέλησα να τα μάθω απ’εξω, ίσως χρειαστεί, πρέπει κάποιος να τους καταγγείλει. «Είμαι ηλίθια», σκέφτηκα.

Έπρεπε να πάω στο αεροδρόμιο, αλλα αρνιόμουν και να φύγω απο την προβλήτα. Ένα ένα τα ταξί έφευγαν. Τώρα πια στην προβλήτα ήταν όσοι είχαν χαρτιά, όσοι δεν είχαν, οι μπάτσοι και το καράβι. Δεν είχε πια τουρίστες. Κάποιος απο το πλήρωμα του καραβιού έλεγχε τα ειστήρια των προσφύγων και τους άφηνε να ανέβουν. Μετά οι μπάτσοι άρχισαν να σπρώχνουν όσους δεν είχαν χαρτιά και μετά το καράβι έφυγε. Έφυγαν και από την προβλήτα οι πρόσφυγες. Κάλεσα ενα ταξί και του είπα να φύγουμε για το αεροδρόμιο. Ήμασταν ακόμη μέσα στο λιμάνι, όταν ο ταξιτζής θέλησε να πιάσει ψιλή κουβεντούλα. «Τι θα γίνει μ’ αυτό του χάλι ;», μου λέει. Αριστερά και δεξιά στον δρόμο που βγαίνει από το λιμάνι ήταν πρόσφυγες ή μετανάστες που περπατούσαν πάνω κάτω. «Ποιο χάλι εννοείτε;» «Που’ χουν μαζευτεί όλοι αυτοί οι λαθρομετανάστες». «Είναι πρόσφυγες», του λεω και το μετανιώνω. Δεν έχει καμία διαφορά. Δεν εχει σημασία αν σε αναγνωρίζει η ΕΕ σαν πρόσφυγα, αν σου δίνουν χαρτιά ή όχι. Αν έφυγες γιατί έχει πόλεμο ή γιατί δεν έχεις δουλειά. Η αιτία ειναι η ίδια, η επιβίωση. «Πρέπει να καταλάβουν οτι κι εμείς πρέπει να δουλέψουμε για να βγάλουμε το χειμώνα. Ξέρεις πόσες ακυρώσεις έχουμε φέτος; Μόνο τριάντα χιλιάδες μέσα στον Αύγουστο».

«Κοίτα, άνθρωπέ μου» του λέω και πάλι το μετανιώνω. Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός; «να παρακαλάς να μην σου τύχει ότι τους έτυχε, κατάλαβες;». Κατέβασε τον τόνο της φωνής του και μου είπε: «Δεν είναι βέβαια ωραίο αυτό που πάθανε. Κι εμένα, η γιαγιά μου κι ο παππούς μου ήτανε πρόσφυγες, ήρθανε απο απέναντι.» «Και οι ντόπιοι δεν τους θέλανε. Σας το’παν αυτο οι παππούδες σας; Γιατί εμένα η προγιαγιά μου όλο αυτό έλεγε.» «Δεν τους θέλανε, αλλά οι δικοί μου δεν ήτανε σαν κι αυτούς (δειχνει αριστερά και δεξιά από το αυτοκίνητο). Ήτανε νοικοκύριδες, είχανε λεφτά». «Και τα έχασαν όλα, του λέω. «Ναι! Ακριβώς. Τώρα, όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες, δεν είναι ίδιοι. Οι Σύριοι έχουνε λεφτά. Μένουν σε ξενοδοχεία. Ψωνίζουν. Μόλις πάρουν τα χαρτιά τους, ταξί παίρνουν για να πάνε στο αεροδρόμιο και βγάζουν εισιτήριο για Καναδά, για Σουηδία, όπου έχουν συγγενείς. 2000 δολλάρια το κεφάλι δίνουν στον λαθρέμπορο για να τους περάσει εδώ με τη βάρκα. Που τα βρίσκουν; Έχουν λεφτά σου λέω».

«Σήμερα ήρθαν κάτι Ευρωπαίοι. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να δώσουνε λεφτά. Τόσα οικόπεδα έχει εδώ πέρα που ανήκουνε στο κράτος. Να τα περιφράξουνε, να βάλουνε σκηνές, να φτιάξουν δυό τρεις, δέκα σου λέω γω, τουαλέτες, να τους πάνε εκεί πέρα. Δεν γίνεται οι Ευρωπαίοι να το παίζουν πονόψυχοι και να μην βάζουν το χέρι στην τσέπη. Εγώ, από τους φόρους μου θα το πληρώνω αυτό το χάλι; Ε, τι; Λάθος τα λέω; Να μην τους αφήνουν στο λιμάνι. Αυτοί τώρα, έχουνε τον φόβο του πολέμου. Νομίζουνε εδώ που ήρθανε θα τους έρθει καμιά βόμβα στο κεφάλι. Όλη νύχτα πάνω κάτω στο λιμάνι, δεν κοιμούνται, φοβούνται και οι τουρίστες, κατάλαβες;» «Δεν με παρατάτε, κύριε;», Ορίστε; μου λέει. «Σας έχω σιχαθεί», του λέω. «Α, σοβαρά;» Τα’χασε. «Σοβαρά, ναι. Νομίζω μου προκαλείτε αηδία». Αυτό αρκούσε για να το βουλώσει. Δεν ξαναμίλησε μέχρι το αεροδρόμιο.

Τη μέρα στο λιμάνι της Κω, έχει ομάδες αλληλεγγύης. Έχει συσσίτια, από τη μητρόπολη, όπως μου είπε ο ταξιτζής. Έχει κόσμο που κάνει ο,τι μπορεί. Έχει και συγκινητικές στιγμές, σαν κι αυτή που μου περιέγραψε η μάνα μου κλαίγοντας, όταν την προηγούμενη βδομάδα πήγαινε μπουκάλια με νερό και γάλα στο λιμάνι της Κω. Μου είπε, κλαίγοντας, ότι μόλις είχε φτάσει ενας νεαρός και ήτανε και κάτι συγγενείς του ήδη στην Κω και τον αγκαλιάσανε όταν τον είδανε και κλαίγανε. Που σώθηκε και που σμίξανε, λέει η καλή μου η μανούλα, που πάει γάλα στα παιδάκια και παίζει μαζί τους και μετά που τα λέει κλαίει. Τις νύχτες έχει φασίστες. Πολλών ειδών. Και οι πρόσφυγες είναι μόνοι τους. Και τίποτα δεν είναι αρκετό. Ούτε το γάλα, ούτε η αλληλεγγύη, ούτε βέβαια το «άι στο διάολο» που είπα στον μπάτσο. Όλα ειναι λίγα ή λάθος.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πότε, οι πρόσφυγες θα φύγουν από την Κω. Δεν θα έχει ομάδες αλληλεγγύης. Δεν θα έχει κόσμο σαν τη μανούλα μου. Οι ντόπιοι δεν θα στεναχωριούνται πλέον, είτε γιατί χάνουν το μεροκάματο από τους τουρίστες είτε γιατι ντρέπονται για τους συντοπίτες τους, που ειναι τουριστολάγνοι. Θα έχουν φύγει οι άνθρωποι. Και θα’χουν μείνει τα ποντίκια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s