Ωδή στο φοιτηταριάτο

στη ροπή του σύμπαντος να ρέπει προς την αταξία

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία φρόντιζαν πλαγίως ή και όχι τόσο πλαγίως να μας υπενθυμίζουν ότι εμείς του «φοιτηταριάτου» μπορούμε ευκολότερα να αντισταθούμε στις εκάστοτε εξουσίες. Δεν έχουμε παιδιά και υποχρεώσεις, δεν έχουμε δουλειά να χάσουμε. Κι εμείς, από ενοχή, αναπαράγαμε αυτοκριτικά αυτήν την άποψη. Ωστόσο, στην εργασία ή στην αναζήτηση της εργασίας πολλές φορές έχω συναντήσει ανθρώπους που παλεύουν μέχρι τέλους για την αξιοπρέπειά τους, που οργανώνουν και οργανώνονται στον αγώνα ενάντια στο εκάστοτε αφεντικό και τότε στη συζήτηση ανακαλύπτω πως με αυτούς τους ανθρώπους ήμαστε μαζί στους δρόμους το ’07 και το ’08, στα ίδια φοιτητικά συντονιστικά, έχουμε φάει το ίδιο χημικό και το ίδιο κυνηγητό, έχουμε αντιμετωπίσει παρόμοιους τραμπουκισμούς από κράτος και παρακράτος.

Κι αν δεχτεί κανείς ότι είναι ευκολότερο να σταθείς στα πόδια σου μπροστά σε όλα αυτά όταν είσαι φοιτητής, πρέπει να δεχτεί ότι είναι πιθανώς ευκολότερο και να μην το κάνεις. Από τους Δαπίτες και τους Πασπίτες λίγοι ήταν αυτοί με τα φράγκα που είχαν λυμένο το πρόβλημά τους, κάποιοι μόνο βρήκαν δουλειά εξαργυρώνοντας την κομματική τους υποταγή και ίσως λιγότεροι ήταν αυτοί που διορίστηκαν ως κομματικά αστέρια σε υψηλότερου επιπέδου πόστα από το να σαλαγάν ένα μάτσο παραταξιακά πρόβατα. Οι υπόλοιποι ήταν παιδάκια που είχαν ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν πίσω από κάποιον αρχηγό και κυνηγούσαν να βολευτούν κάπως, γλείφοντας και έρποντας. Άλλοι πίστευαν πως θα γίνουν περιζήτητοι και δε θα συνωστισθούν ποτέ με τους πολλούς που φεύγουν για το εξωτερικό και ζουν με μισθό που καλύπτει ίσα ίσα το νοίκι του δωματίου τους, ή, ακόμα χειρότερα, με αυτούς που περιμένουν στην ουρά του οαεδ να ανανεώσουν την κάρτα ανεργίας, ή μ’αυτούς που θα ζουν με τα έτοιμα του μπαμπά ως τα 30+. (Μια μέρα στο μετρό συνάντησα έναν παλιό μου συμφοιτητή- αυτός μέσα στο βαγόνι κι εγώ μόλις είχα βγεί. Ήταν Δαπίτης απ’αυτούς που δεν μιλούσαν και πολύ. Άλλωστε,2-3 μιλούσαν από αυτούς, οι άλλοι πλαισίωναν. Με χαιρέτισε από μακριά κουνώντας το χέρι, «Είχατε δίκιο!», μου φώναξε γελώντας.)

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για το τότε, όμως τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα έχουν καταγραφεί κι έτσι δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που αξίζει να κουβαλάει κανείς μέσα του και να μεταφέρει είναι το συναίσθημα του πρωτόγνωρου, το άγχος να έχει κόσμο η συνέλευση, να μη φοβηθεί ο κόσμος τους τραμπουκισμούς και τους εκφοβισμούς από καθηγητές και παραταξιακά γκρουπούσκουλα, να γίνουν όλα απόφαση κοινή και αδιαμεσολάβητη, να μάθουμε να συζητάμε και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, να κερδίζουμε συντρόφους και όχι ανταγωνιστές. Το συναίσθημα να νοιώθεις μικρός, αλλά μέρος αυτού του όλου που έχει γράψει και γράφει την ιστορία.

Οι απογοητεύσεις ήταν άπειρες. Πώς να πείσεις τους άλλους, αλλά και τον εαυτό σου ακόμα, πως το θέμα δεν είναι να εργαστείς, αλλά το να μπορείς να κάνεις κριτική και να διαμορφώνεις ο ίδιος την εργασία σου, πως δεν είσαι εργαλείο – ιδιοκτησία ενός αφεντικού; Πώς να πολεμήσεις ένα σύστημα που σε διαμορφώνει σε έναν εργάτη άβουλο, χωρίς γνώση, μόνο με ικανότητα αποθήκευσης και συνδυασμού πληροφοριών; Αυτό που είχαμε να αντιπαλέψουμε ήταν η ολομέτωπη νομικοπολιτική προσπάθεια να ανακατασκευαστεί πλήρως το σύνολο των εννοιών που άπτονται της εκπαίδευσης σε ποσοτικοποιημένες σχέσεις στο πρότυπα της εμπορικής συναλλαγής. Η παιδεία, λέγαμε, για να είναι απελευθερωτική πρέπει να είναι προσβάσιμη για όλους, να είναι δημιουργικό παιχνίδι και να μην αναπαράγει τους νόμους του ανταγωνισμού και του ετερόνομου καταμερισμού εργασίας. Η παιδεία μας έλεγαν, είναι πειθαρχεία, το θέμα είναι να βολευτείς σε μια δουλίτσα και να κάνεις και τον σταυρό σου.

 

Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούμε πια να κοιμηθούμε

Μετά από χρόνια καταλαβαίνεις πια ότι σ’ αυτόν τον κόσμο μπορείς να είσαι ή με τη μία ή με την άλλη πλευρά.  Η δική μας πλευρά δεν είχε να υποσχεθεί και πολλά, ούτε καριέρα, ούτε λεφτά, ούτε σίγουρη δικαίωση. Όμως, όταν όλοι έλεγαν πως το να αντιστέκεσαι δεν έχει νόημα, πως κανένας αγώνας δεν μπορεί να νικήσει, πως δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τόσο δυνατούς αντιπάλους, πως θα καταστρέφαμε τις ζωές μας και τις προοπτικές μας, πως ο μόνος τρόπος είναι να κοιτάς τον εαυτό σου και να κάνεις ό, τι σου πουν, νοιώσαμε πως μπορούμε να διαρρήξουμε την πραγματικότητα και να δούμε μεσα από την χαραμάδα τον κόσμο όπως μας αξίζει να είναι.

Ήταν πολύτιμες μέρες οι μέρες του κινήματος, οι σχολές γίνονταν το σπίτι μας. Αυτός που αγωνιζόταν δίπλα σου γινόταν η οικογένειά σου. Μάθαμε να προχωρούμε απέναντι στα γκαρίσματα των μπάτσων που λες και ζήλευαν το όργιο ζωής της πολύχρωμης διαδήλωσης φωνάζανε «θα πεθάνετε, ρε!» κι εμείς γελούσαμε και απαντούσαμε «Μα, εσείς είστε ήδη νεκροί!». Τους άγνωστους που βρεθήκαμε στην ίδια αλυσίδα τους βλέπω κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος αντιστέκεται. Πολλές φορές αυτό το φορτίο το κρύβεις μέσα σου χωρίς να ξέρεις που να το αποθέσεις, όμως σου είναι ανεκτίμητο.

Το είπαμε και παραπάνω, με τα χρόνια καταλαβαίνεις πως στον κόσμο αυτό, θες δε θες, διαλέγεις πλευρά και η δική μας πλευρά δεν έχει να υποσχεθεί και πολλά, ούτε καριέρα, ούτε λεφτά, ούτε σίγουρη δικαίωση. Όμως σου προσφέρει να μπορείς να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να νοιώθεις ακόμα παιδί, μαζί με όλα τα όμορφα παιδιά που έχουν πάρει τη σκυτάλη για να αλλάξουν τον κόσμο. Ανεκτίμητο.

Advertisements

One response to “Ωδή στο φοιτηταριάτο

  1. Σε ευχαριστώ που μετά από πολύ καιρό με έκανες να δακρύσω, διαβάζοντας το κείμενό σου. Φοβόμουν πως είχα γίνει αναίσθητος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s