Θα σας ταραξουμε στη νομιμοτητα

Aν ένας οργανισμός εξουσίας μπορεί να υπάρχει μόνο εφόσον μπορεί να επιβάλλεται ενάντια σε μία υπαρκτή αντίσταση, όποτε είναι αυτό αναγκαίο, αυτός δεν θα μπορούσε να υπάρχει αν ήταν υποχρεωμένος να το κάνει συνέχεια. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το ρίζωμα του κώδικα αξιών που νομιμοποιεί την ύπαρξή του στα κεφάλια των υπηκόων. Πώς μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς κράτος, χωρίς δικαστήρια και φυλακές; Ακόμα και αν η αδικία είναι ορατή, η αντίδραση πρέπει να φτάνει μέχρι το σημείο που αυτός ο κώδικας επιτρέπει, συγχωρεί ή αντέχει. Πρέπει οι υπήκοοι, ακόμα και αν εξεγερθούν να απαντήσουν σε ο, τι αυτός ρωτάει, χωρίς να αμφισβητούν τη μήτρα που τον γεννά.

Από την άλλη, μια κοινωνική μεταρρύθμιση στο πεδίο των νόμων, δεν έρχεται ποτέ ως επιφοίτηση στο μυαλό του νομοθέτη. Μια τέτοια ανακατάταξη επικυρώνει μια πολιτικοοικονομική κατάσταση που ήδη έχει περάσει, τουλάχιστον εν μέρει. Αποκαθιστά με βία, το νέο «σωστό» και θεμιτό δίκαιο στη θέση της παλιάς νομικής διάταξης, που κρίνεται «αθέμιτη». Για τον θεατή αυτών των φαινομένων ίσως αυτή η διαδικασία να φαίνεται σαν μια τυφλή και άναρχη ανακατάταξη ή στην καλύτερη περίπτωση σαν μια αποτύπωση ενός διαφορετικού συσχετισμού δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση, ο απλός θεατής καταλήγει να «μάχεται» τις μορφές, μην μπορώντας να κατανοήσει την ουσία τους – να αντιδρά στο αποτέλεσμα μίας διαδικασίας που αφήνει να περνά ανεμπόδιστα. Η αδυναμία αντίληψης των οικονομικών, υλικών συνθηκών που συνδέθηκαν με αυτή, οδηγεί απλώς στην αμήχανη παρατήρηση του τι θεωρείται ιερό, νόμιμο και ηθικό σε κάθε εποχή.

Σήμερα, η υπηρέτηση της ανεξάρτητης από τον άνθρωπο μορφής της αξίας, του κεφαλαίου που αυτοαναπαράγεται, γίνεται ο πυρήνας της ορθολογικοποίησης της παραγωγής για την οικονομική ανάπτυξη. Αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία νέων θεσμών δικαίου: η ηθική συνδέεται με την εργατικότητα, με την παραγωγικότητα και με την ηθική προσκόλληση στην τάξη αυτής της διαδικασίας. Η αντικειμενική ορθολογικότητα δεν είναι παρά ένα βοηθητικό όργανο του οικονομικού μηχανισμού που λειτουργεί σαν γενική αρχή που καθορίζει τα πάντα με βάση αυτό. Η όποια αμφισβήτηση μπορεί να γίνει ανεκτή στη θεωρία, αρκεί να μην αγγίξει στην πράξη τα ιερά και τα όσια της λειτουργίας της μηχανής.

Η κριτική από τις δυνάμεις αυτές που αποκαλούμε προοδευτικές μένουν στην ανάδειξη του κακού προσήμου της ίδιας και απαράλλαχτης οικονομικής διαδικασίας της ετερόνομης εργασίας, της ιδιοκτησίας, της αναγωγής των πάντων στην εμπορευματική συνθήκη. Θα χρειαστεί, μας λένε, μία προοδευτική διακυβέρνηση για να ορίσει, εξωτερικά πάντα, αφουγκραζόμενη τις ανάγκες του λαού με το δυνατόν λιγότερη επιβολή, ένα πιο ανθρώπινο προσανατολισμό στην οικονομία. Αυτοί που έχουν και αυτοί που δεν έχουν θα έλθουν σε δημοκρατική συνεννόηση, για το γενικό καλό. Όμως, δημοκρατία χωρίς ισότητα, είναι δημοκρατία με το πιστόλι στον κρόταφο… κι αυτό είναι νόμιμο.

Η κάθε διεκδίκηση, πριν καν εξετασθεί το περιεχόμενό της, θα έπρεπε να εξετάζεται ως προς το που απευθύνεται και ποιο είναι εκείνο το υποκείμενο που μπορεί να το υλοποιήσει. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης, ακόμα και όταν αυτή πρόκειται για τα διαφόρων τύπων ρεύματα της  σοσιαλδημοκρατίας ή όταν στηρίζεται στη δράση των κινημάτων, είναι να προκρίνει μια σειρά ρυθμίσεων που προσδοκούν μια κυβερνητική επιλογή. Όμως, καθήκον μίας πραγματικά απελευθερωτικής θεωρίας θα ήταν να δείξει ότι μπορεί η εργατική τάξη να επιβιώσει και να ζήσει αξιοπρεπώς χωρίς το κράτος και το νόμο του.  Δεν είναι τυχαίο πως η σοσιαλδημοκρατία εργάζεται σκληρά για να διατηρήσει τα αυθόρμητα κινήματα στο επίπεδο του απλού αυθορμητισμού, για να μην μπορέσουν αυτά να μπολιάσουν τα αιτήματα αντίστασης με την προοπτική της κοινωνικής διάρρηξης, εδώ και τώρα. Οι εξεγέρσεις ενάντια στις καταπιεστικές εκδηλώσεις της εξουσίας, ακόμα και όταν επιτυγχάνουν, δεν είναι επαναστατικές παρά μόνο μέσω της συνείδησης των δεσμών τους με το τέλος της ίδιας της διαδικασίας που παράγει τον καταπιεστικό νόμο.

Οι αναλύσεις όλων αυτών των ρευμάτων, στην καλύτερη περίπτωση, συγκλίνουν στο ότι η τάξη πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί στον αγώνα των μικρών, ώστε να ωριμάσει και να έλθει σε θέση να αμφισβητήσει συνολικά την αστική εξουσία και τον νόμο της. Πρόκειται για την προσπάθεια «ανάδειξης» της τάξης σε έναν καλύτερο συσχετισμό, σαν αυτό να είναι ένας αριθμός και έτσι, το κράτος μετατρέπεται σε αυτό το όποιο εξύμνησαν οι μικροαστοί, στον ουδέτερο ρυθμιστή της κοινωνικής συνοχής.

Όπου το κράτος και οι νόμοι τους αντιμετωπίζονται ως ουδέτερες κανονιστικές αρχές, που απλώς χρειάζονται έναν καλύτερο διαχειριστή, σε κάθε αγώνα μεταξύ των καταπιεστών και των καταπιεζόμενων, οι παραχωρήσεις του κράτους μοιάζουν με προσπάθεια επαναφοράς της κοινωνικής ειρήνης μεταξύ δύο αντιμαχόμενων τάξεων. Κάπως έτσι, αποτυπώνεται βαθιά στις συνειδήσεις πως κάθε αίτημα μπορεί να ικανοποιείται, μόνο όταν παραχωρείται από το κράτος. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να υπάρξουν παραχωρήσεις, αλλά πως σε κάθε καμπή και φάση του αγώνα πρέπει να αναδεικνύεται και να αμφισβητείται έμπρακτα ο ρόλος των οργάνων κυριαρχίας.

Και όντως, η διεκδίκηση «δικαιωμάτων» στα σύγχρονα δυτικά κράτη νοείται ως ο ανταγωνισμός μεταξύ κοινωνικών ομάδων για τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Κι αυτό γιατί η μεθοδολογία των διεκδικήσεων και η έννοια του  «δικαιώματος» είναι και παραμένει η νομική γλώσσα του αστικού κράτους. Η αστική νομιμότητα φαίνεται να παραμένει ο αδιατάραχτος μηχανισμός επιβολής και ανακατανομής ανισοτήτων.

Ακόμα και το υποκείμενο που διεκδικεί, καταλήγει να είναι η πολιτική έκφραση μιας οργανωμένης «πρωτοπορίας», που δρα αυτόνομα από το πεδίο της ταξικής πάλης, έστω και με την βοήθεια των «μαζών». Αυτό σημαίνει ότι το πολιτικό κόμμα, το οποίο εκφράζει τα δικαιώματά σου και παλεύει για σένα, συνδέει τον εαυτό του με νομοθετικές επιλογές που θα μπορούσε παλαιότερα να κάνει το κεφάλαιο, για να επιτύχει την αδιατάρακτη συνέχεια της κοινωνικής ειρήνης και πάνω απ’ όλα την αυτοπαραγωγή του.

Η δύναμή του νόμου έγκειται πέρα από την καταστολή και στην αντανάκλαση της συνείδησης, καθώς η ιδεολογία που τον συνοδεύει δεν είναι μόνο συνέπεια της δομής αλλά και προϋπόθεση της λειτουργίας. Και να γιατί η επαναστατικότητα δεν ταυτίζεται με την παρανομία. Δεν είναι απλώς ότι η παράβαση των κανόνων σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν αντιπροσωπεύει κανέναν απολύτως κίνδυνο, αλλά ότι πολλές φορές η ανυπακοή για την ανυπακοή διατηρεί τη δεσμευτική ισχύ του νόμου, αφού έτσι συνεχίζει να ορίζει τη συμπεριφορά.

Η έμπνευση για μια άλλη κοινωνία δεν είναι μια ουτοπική εμμονή αλλά αναγνωρίζει την τάση και το νόημα της κοινωνικής διαδικασίας. Πρόκειται για ένα σύνθετο καθήκον. Το Κράτος δεν είναι ένα φυσικό περιβάλλον, είναι ένα υπαρκτό περιβάλλον με εξουσία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν. Η πλήρης αμεροληψία προς το Κράτος και το Δίκαιό του για την εκτίμηση μίας πράξης είναι αυτή που συνδέεται με το γκρέμισμά του. Πόσα κόμματα, έστω τυπικά παράνομα, βρήκαν τον ρόλο τους στη διαχείριση του συστήματος που έλεγαν πώς αντιμάχονται; Η απελευθέρωση δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει  μεταξύ άλλων και την αποδέσμευση απ’ την ιδεολογική εξάρτηση των μορφών ζωής του καπιταλισμού.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της ανομίας, χωρίς να εξετάζεται βεβαίως η ιστορικοκοινωνική σημασιοδότηση του νόμου, είναι ένα πρώτης τάξεως τέχνασμα για τη συνέχιση της ίδιας διαδικασίας. Αυτή η πάταξη της ανομίας ονειρεύεται την πλήρη μηχανοποίηση της κοινωνικής διαδικασίας, τον πανοπτικό έλεγχο των μαζών, την πρόληψη και την καταστολή κάθε υποψίας αυτονόμησης. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση του «ο ,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» στη συλλογική συνείδηση, πάνω από το πρόταγμα κάθε ιστορικής διεκδίκησης με ελάχιστη αυτοσυνειδησία περί του ρόλου της «ο, τι είναι δίκαιο είναι θεμιτό».

Οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης όταν το Κράτος παραβαίνει τους ίδιους της τους νόμους, είναι χρήσιμη για να διατηρείται η ψευδαίσθηση ότι το Κράτος είναι ουδέτερος μηχανισμός. Από την άλλη, η καταπολέμηση της «χαμηλής» διαφθοράς είναι ζωτικής σημασίας για το σύστημα. Είναι αυτή που προσφέρει στον κυρίαρχο το δικαίωμα να νομιμοποιεί την ύπαρξή του. Αρχικά, αποκαλύπτονται οι τάσεις ανομίας κατά μήκος όλης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης: από τον κεφαλαιούχο που συνεχίζει να πλουτίζει μεταφέροντας τα λεφτά του στην Ελβετία, έως τον υπάλληλο με τα απαράδεκτα επιδόματα, και ακόμα πιο κάτω, στον άνεργο ή τον μετανάστη.

Άλλωστε, είναι το ίδιο σύστημα εντός του οποίου τα κράτη χρηματοδοτούν ομάδες που θα «παρανομούν» σε κοινή θέα για να στοχοποιήσουν κοινωνικές ομάδες και για να προστατεύουν τη νομιμότητα με παράνομα μέσα. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί είναι θέμα ζωής και θανάτου για την κυρίαρχη τάξη η ιδεολογική υποταγή στην ιδέα πως ο Νόμος, ως αξία, είναι αυτή η αρχή που θα οργανώσει την κοινωνία με γαλήνη και ειρήνη. Είναι ζωτικής σημασίας να αναδειχθεί ο νόμος ως μορφή, σαν μια αντικειμενική, αφόρτιστη ιδεολογικά δύναμη, που θα εξασφαλίσει την ασφάλεια και την ευτυχία στους ανθρώπους και θα διώξει τους φόβους. Όσο για την κοινωνική αδικία, δεν φταίει ο νόμος, αλλά η διαχείρισή του, η εκτέλεσή του, η κακή δεξιά ή η ανεύθυνη αριστερά, ο αδιάφορος πολίτης, η ελληνική ιδιομορφία.

Ο νόμος θα κοιτάξει τους πάντες ως ίσους, μας λένε. Είναι όντως υποκριτικό και πολλοί το καταλαβαίνουν. Εμείς όμως δεν πρέπει να ζητούμε ισοτιμία απέναντι στο νόμο. Γιατί ισοτιμία σημαίνει πως η αμφισβήτηση της «κοινωνικής ειρήνης» είτε από τη σκοπιά της ζωής, του αγώνα, της συλλογικότητας, της αξιοπρέπειας, του γκρεμίσματος της καταπίεσης, είτε από τη σκοπιά του θανάτου, της βίας στον αδύνατο, της λατρείας στη βία του ισχυρού, αντιμετωπίζονται ως δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Αν δεν είμαστε μεροληπτικοί, υποκειμενικοί υπέρ της ζωής, είμαστε ήδη νεκροί.

Κάπως έτσι, ο άμεσος πολιτικός στόχος, από τη στιγμή που παίρνει τη μορφή νομικών μεταρρυθμίσεων που εξοβελίζει την προοπτική του κοινωνικού ανασχηματισμού, καταδικάζει σε έναν αγώνα επιβίωσης απέναντι σε μια λαίλαπα, η οποία δε θα ανασχεθεί, πόσο μάλλον δε θα σταματήσει με αυτόν τον τρόπο. Και όσοι δεν το θεωρούν αυτό δεδομένο, και όσοι θεωρούν ουτοπικό να το παλέψουν στο σήμερα έτσι, τότε ας μην διακηρύσσουν ότι κάποια μέρα η κομμουνιστική αφύπνιση θα κατέβει από μόνη της σαν το άγιο πνεύμα στα κεφάλια των εργατών. Ας κρατήσουν δυνάμεις για να τρέχουν πίσω από τη γραμμή που χαράζει το κράτος, όποτε αυτό θέλει να ορίσει τα νέα όρια της νομιμότητας.

 Άννα Β.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s