Κι εσυ, δηλαδη, τι κανεις για να το αλλαξεις;

Πολλοί πιστεύουν ότι η εκάστοτε πολιτική κατάσταση δημιουργεί μία αντίστοιχη τεχνητή σφαίρα εξουσίας, αλά Φουκώ, όπου οι μορφές εντός της αντιπαρατίθενται στον πραγματικό κόσμο, στον οποίο ανεπηρέαστα ανθούν τα αγνά αισθήματα της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς των ελεύθερων ατόμων. Η τεχνητή αυτή σφαίρα υποτίθεται πως δημιουργείται και επικουρείται συνεχώς από μηχανισμούς παραγωγής και επιβολής ψευδούς συνείδησης εκπορευόμενους από μία δομή συμπύκνωσης της εξουσίας αυτής, βλέπε τους αλτουσεριανούς ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, όπου αυτοί αναφέρονται συνήθως στην εκπαίδευση ή στα ΜΜΕ.

Η παράδοση αυτή του δομισμού, που μεταφερόμενος από τις θετικές επιστήμες στην κοινωνιολογία και τα συναφή πεδία αντιλαμβάνεται την κοινωνική δομή ως ένα κλειστό σύστημα διαιρούμενο σε μέρη των οποίων η διαχείριση αποτελεί το μόνο διακύβευμα, αναγνωρίζει το μη διαρρήξιμο της δομής- την απουσία δηλαδή επαναστατικής δυνατότητας διάρρηξης της ίδιας της δομής, ωσάν αυτή να ήταν φυσικό φαινόμενο προορισμένο σε αιώνια διάρκεια. Σε αυτήν την αντίληψη εφαρμόζεται μία τσαπατσούλικη σάλτσα μαρξικής θεωρίας περί εποικοδομήματος, της οποίας προηγουμένως έχουν αφαιρέσει την επαναστατική διαλεκτική και εν τέλει συμπεραίνεται πως η κατάσταση αυτή αναπαράγεται απλώς λόγω της οικονομικής ιεραρχικής σχέσης και της θεσμικής βίας προς τους αδύναμους.

Αποτέλεσμα της παραπάνω σκέψης είναι ένα ερμηνευτικό σχήμα το οποίο αποδίδει την απουσία μαζικής αντιβίας των από τα κάτω στην ιδεολογική τους ενσωμάτωση, για την οποία ευθύνονται ατομικά και πρακτικά προτείνει… την περαιτέρω προπαγάνδιση της αλήθειας, δηλαδή την αφισοκόλληση και το μοίρασμα προκηρύξεων. Είναι αλήθεια πως από την αριστερά και πέρα, ακούς πολύ συχνά κάποιον να παραπονιέται για το πόσο «ενσωματωμένοι» και «βολεμένοι» είναι οι άνθρωποι στον κοινωνικό του περίγυρο και για το πόσο δύσκολη είναι η οργάνωση σε κάποιον χώρο εργασίας.  Εντούτοις, με περισσή ευκολία μπορεί να σου μιλάει με τις ώρες για την ιδεολογική ανωτερότητα της μίας ή της άλλης πολιτικής γκρούπας ή για την ανάγκη σύστασης μίας άλλης, που υποτίθεται θα βοηθήσει και στην προαναφερόμενη δυσκολία. (Και μάλιστα, αυτή η συμπεριφορά παρατηρείται ακόμα συχνότερη, μερικές φορές, στις πολιτικές ομαδοποιήσεις που αφηνιάζουν στη λέξη «κόμμα»).

Αυτή η προσέγγιση παραβλέπει, ωστόσο, την ιστορική  αναγκαιότητα που οδήγησε, μέσα από τους εργατικούς αγώνες, στη γένεση των πρώτων εργατικών πολιτικών οργανώσεων και κομμάτων και παραδίδεται στην αντίστροφη λογική του αστικού πολιτικού παιχνιδιού κατά την οποία οι διάφοροι ιδεολογικοί φορείς επιδίδονται σε διαγωνισμό συνέπειας, τιμιότητας και ιδεολογικής καθαρότητας για να διαλέξεις αυτόν που σου ταιριάζει, που ενοποιεί και συντονίζει καλύτερα τις διάσπαρτες αντιστάσεις και οργανώνει καλύτερα σε ανώτερο επίπεδο τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όμως, το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα ή κατάσταση, αλλά σχέση, και η αποδυνάμωσή του δεν σημαίνει παρά το γκρέμισμα της σχέσης αυτού που έχει και αυτού που δεν έχει, αυτού που αποφασίζει και αυτού που εκτελεί, αυτού που ηγείται και αυτού που ακολουθεί.

Χωρίς να υποτιμάται η αναγκαιότητα  οργανωμένης πάλης ή να εξισώνονται οι πολιτικές οργανώσεις οπωσδήποτε με μαντριά προβάτων και wannabe αφεντικά του κάθε κινήματος, αυτή φαίνεται να εγκαταλείπει την ενεργητική συμμετοχή στους αγώνες και να μετατρέπεται στην καλύτερη σε συνδικαλιστικό σχολείο ή, ακόμα χειρότερα, σε ιδεολογική στέγη. Δεν είναι τυχαίο πως όλο και πυκνώνουν οι πολιτικοί σχηματισμοί που δημιουργούνται από στελέχη που στη συνέχεια διαφημίζουν την ύπαρξή τους, χωρίς η όποια αποδοχή τους να μεταφράζεται σε πραγματική παρουσία τους σε κοινωνικό επίπεδο. Και αν αυτό ήταν κάποτε πρόβλημα της άλλης πλευράς του πολιτικού χάρτη, σήμερα ισχύει συνολικά.

Αγνοείται, λοιπόν, ή σκοπίμως παραλείπεται πως η καταπιεστική εξουσία και η αποδοχή αυτής δεν αποτελεί στοιχείο διάφορο ως προς την απουσία έμπρακτης οργάνωσης σε κάθε κοινωνικό πεδίο των από τα κάτω και ότι η τελευταία δεν είναι αιτία, ελλιπούς πληροφόρησης ή κάποιου γονιδίου ενσωμάτωσης; Φαντάζομαι ότι με έναν τρόπο συμβαίνουν και τα δύο, αποκρύπτοντας ότι  η ίδια η καθημερινή ζωή μέσα στην ηγεμονία της ετερόνομης ιδεολογίας, που αντανακλάται από και ανατροφοδοτεί το παράδειγμα στο επίπεδο της παραγωγής, είναι αυτή που χτίζει την ηθική και τις αξίες του παρόντος. Η παρούσα ηθική, με άλλα λόγια, δεν εμφυσείται από κάποια σατανική επιτροπή κακών, ούτε ανάγεται στη φύση του ανθρώπου (ακόμα και αν αυτή νοείται ως κατά βάθος αλτρουιστική, όπως μας λέει η αγαπημένη των αναρχικών βιο-ηθολογία του Κροπότκιν).

Η αστική εξουσία, δηλαδή, δεν είναι μια κύρια αρνητική επιρροή στον σύγχρονο βίο, που πολεμά την αλτρουιστική φύση των ανθρώπων, είναι η διαδικασία που προσδιορίζει και την ίδια την έννοια του αλτρουισμού, της αρετής, της ηθικής. Ηθική του επαναστάτη ως βίβλος ή λίστα εντολών, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει. Η επαναστατική ηθική μπορεί να χτίζεται μόνο συλλογικά μέσα από τους αγώνες εκείνους που συνδέουν την καθημερινή τους ύπαρξη με την κατάρρευση του συστήματος που γεννά την βαρβαρότητα, όχι σε επίπεδο διακηρύξεως, αλλά πρακτικά και υλικά.

Η θέση αυτή πιστεύω πως γίνεται αντιληπτή εάν αναλογιστεί κανείς πόσο εύκολο είναι ακόμα και στην πιο συντηρητική ή ακόμα και φασιστική παράταξη να καταγγέλει λυσσαλέα τα κακά μίας διαχειριστικής πολιτικής, αμφισβητώντας ακόμα και την επισήμως θεσπισμένη νομιμότητα. Αυτό, βέβαια, δεν την καθιστά αντισυστημική, αφού, στον επόμενο τόνο, η ίδια παράταξη θα διαφημίσει τον εαυτό της ως καλύτερος και αγνότερος διαχειριστής της ίδιας ουσιαστικά δομής του ετερόνομου παραδείγματος της παραγωγής και της πολιτικής. Τελικά, αυτό που μένει είναι η ιδέα μίας δύναμης που παλεύει για σένα, ακόμα και αν χρειαστεί να σπρώξεις κι εσύ λίγο δείχνοντας έμπρακτα την υποστήριξή σου.

Η γνωστή ερώτηση που απευθύνεται σε έναν πολιτικά άστεγο, όπως η αφεντιά μου, είναι συνήθως το «κι εσύ τι κάνεις;», ή «αν ήμασταν περισσότεροι θα καταφέρναμε αυτά που μας κατηγορείς ότι δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ;». Άσε που αντιμετωπίζεσαι λίγο σαν προδότης αν πεις πως δεν ψηφίζεις κιόλας. Η μία επιλογή απόκρισης έγκειται στην υιοθέτηση της υφολογικής μιζέριας του αυτοεξόριστου απογοητευμένου, που η κινηματική του συμμετοχή περιορίζεται στο αυτομαστίγωμα, στη μηδενιστική κριτική και στα συλλογικά ουίσκια συνοδεία αφήγησης των παλιών καλών δοξασμένων κινηματικών στιγμών του παρελθόντος.  Όμως, αν θες να είσαι λίγο τίμιος ως κριτικός της ετερονομίας, δεν γίνεται να σου φταίνε οι άλλοι, εξαντλώντας την αγανάκτησή σου σε μία ασφαλή εκ του πληκτρολογίου νοητή επανάσταση. Για καλή μου τύχη, είναι αρκετοί όσοι δεν ζηλεύουν τη ζεστασιά της ιδεολογικής στέγης και το συναισθηματικό υποκατάστατο της κομματικής στράτευσης, ειδικά αν αυτό σημαίνει πως πρέπει να δεχθούν πως υπάρχει απελευθερωτικός δρόμος που παρακάμπτει την καθημερινή εμπράγματη διεκδίκηση της εξουσίας σε κάθε κοινωνικό χώρο. Άλλωστε, η ανάγκη της συλλογικότητας γεννιέται μεν από την καταπίεση, αλλά γεννιέται και από τη θέληση να ζήσεις διαφορετικά. Η ιστορία θα δείξει.

Άννα Β.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s