Τα κεντρικα διευθυντηρια, τα δικαιωματα και ο μεταμοντερνος μικροαστος

Εδώ και πέντε μήνες, μερικές εκατοντάδες εργαζόμενοι σε όλη την Ελλάδα κρατούν ανοιχτά και πλήρως λειτουργικά δύο τηλεοπτικά κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας και αρκετούς ραδιοφωνικούς τοπικούς σταθμούς, χωρίς διευθυντές και χωρίς κεντρικά ανώτατα συμβούλια. Για να εξηγούμαι, δεν θεωρώ ότι έτσι αυτοί μετατράπηκαν, ή έπρεπε να μετατραπούν με τεχνητή γονιμοποίηση, σε μέσα εκπομπής ριζοσπαστικής θεωρίας και κινηματικής προπαγάνδας. (Παρόλο που πιστεύω πως για να νικήσει ένας εργατικός αγώνας σήμερα, δεν αρκεί η μαζική διεκδίκηση ενός αιτήματος, αλλά επιβάλλεται η ταυτόχρονη συνολική πολιτική αντίσταση.) Τέλος πάντων, αυτό που με έκανε, αρχικά, αυτή η κατάσταση να σκέφτομαι ξανά και ξανά είναι αυτό το παράδειγμα λειτουργίας με συλλογικά όργανα, χωρίς κεντρικό διευθυντήριο.

Η ιδέα του κεντρικού διευθυντηρίου είναι θέμα τζιζ. Το κεντρικό διευθυντήριο, θεσμικό ή μη, από τη λειτουργία της παραγωγής έως την οργάνωση ενός μάτσου γκρουπούσκουλων, ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία σχεδόν κατά μήκος όλου του πολιτικού φάσματος. Ακόμα και από την αριστερή μπάντα, η διευθυντική (λέγε με συντονιστική) λειτουργία προϋποθέτει πολλές φορές μια ιεραρχική αναμόρφωση του συνόλου της ζωής, στην κλίμακα που αυτό απευθύνεται. Το δίλημμα πάντα αναλογεί με το πρόβλημα της ρύθμισης της κοινωνίας από κινδύνους, όπως η ασυδοσία ή η ανεξέλεγκτη αγορά. Βέβαια, όσο πιο ανεξέλεγκτη και αδίστακτη η αγορά τόσο πιο ισχυρό κρατικό μηχανισμό χρειάζεται για να επιβάλλεται, ενώ από την άλλη η ελευθερία του ανθρώπου προστατεύεται από κάθε λογής κεντρικά όργανα ως ελευθερία προσωπική και απομονωμένη, ενώ από αρχαιοτάτων χρόνων μας λέγανε ότι η ελευθερία νοείται μόνο ως κοινωνική, μόνο μέσω της κοινωνίας και μόνο με όρο την ισότητα. Δεν είναι πρώτη φορά, βέβαια, τουναντίον, που έχουμε μπροστά μας μία προσπάθεια αυτοδιαχείρισης μιας επιχείρησης.

Συνήθως, οι αυτοδιαχειριστικές προσπάθειες, ιδιαίτερα όταν αυτές πρόκειται για παραγωγικές μονάδες, βρίσκονται αντιμέτωπες με τη γνωστή κριτική περί νησίδας που διαβλέπει την επικείμενη εξαφάνιση ή ενσωμάτωση του κάθε εγχειρήματος. Τον κίνδυνο δεν τον αρνείται κανείς, ειδικά όσο έχει να κάνει με τη ρητορική της συμπορευόμενης «εναλλακτικής» πρότασης με τη ζούγκλα της εκμετάλλευσης χωρίς ρήξη, με διαμερισμό της φτώχειας. Αλλά τι να κάνουμε; Μόνο αυτοί που εργάζονται μπορούν να πραγματώσουν την προοπτική της αυτοδιευθυνόμενης εργασίας. Η κριτική συνήθως μιλά για τη «διαπαιδαγώγηση των μαζών» (sic) στον οικονομικό αγώνα, για να ωριμάσουν – να περάσουν πίστα και να καταλάβουν τα ανάκτορα άξαφνα μια μέρα με το άγγελμα κάποιων από αυτούς που καταγγέλουν την παραπλανημένη τάξη.  Εντούτοις, στην περίπτωσή μας, σύσσωμος ο κόσμος των όποιων κινημάτων στάθηκε πλάι στην κατειλημμένη ΕΡΤ. Γιατί η ΕΡΤ, μας λένε, είναι κάτι παραπάνω. Είναι το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου. Μας λένε, δηλαδή, ότι αν η ΕΡΤ έμενε ανοιχτή θα είχαμε ελευθερία στο λόγο. Εγώ, προσωπικά, όταν έριξαν το σήμα της ΕΡΤ τον Ιούνιο, δεν ένοιωσα ότι έχασα ούτε τη φωνή μου, ούτε την αισθητική μου. Η φωνή μου δεν ακούστηκε ποτέ στη ΕΡΤ, ούτε στις καταλήψεις, ούτε στις απεργίες, ούτε τον Δεκέμβρη του ’08 – ούτε, γενικά. Η υπεράσπιση της ΕΡΤ, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει νόημα να ζητά απλώς την επαναφορά της. Το ζήτημα με την ΕΡΤ δεν είναι το δικαίωμα στην έκφραση.

Αν θέλεις να αντιμετωπίσεις έναν κρατικό μηχανισμό, πρέπει να διαθέτεις τη στοιχειώδη οξυδέρκεια να διαβλέπεις το ρόλο του στην προστασία του κεφαλαίου. Γι’ αυτό γεννήθηκαν τα σύγχρονα κράτη. Ναι, αργότερα νομιμοποιήθηκαν ως ρυθμιστές μεταξύ αντιμαχόμενων τάξεων, αλλά αν αντιμετωπίζεις το κράτος δεχόμενος το βασικό του ψεύδος –την απόκρυψη της ταξικής πάλης- τότε αυτό σημαίνει πως πάει καλά και δεν έχεις πολλές ελπίδες εναντίον του. Η μετατροπή της υπεράσπισης των αναγκών σε διεκδίκηση δικαιωμάτων από το κράτος αφήνει το κράτος σε θέση να τα αφαιρεί όποτε θελήσει. Το δικαίωμα στη ζωή, στην απεργία και στην ελευθερία κανένα δυτικό κράτος δεν θα τα αρνηθεί, αρκεί να μην θίξεις τα άλλα, τα σημαντικά. Όταν η ιδιοκτησία και η οικονομία που αυτή συνεπάγεται θίγονται φερ’ ειπείν, τα άλλα δικαιώματα πάνε περίπατο. Στις 7 Νοέμβρη, επτά διμοιρίες εισέβαλαν στο κτήριο της ΕΡΤ, επιτέθηκαν στους εργαζόμενους και τον κόσμο που βρισκόταν εκεί χτυπώντας στο κεφάλι και ρίχνοντας χημικά και έκλεισαν την πύλη με χειροπέδες. Το κράτος αποκατέστησε τον νόμο, δεν πολυέχει σημασία αν τον ερμήνευσε κάπως περίεργα κατά τη γνώμη σου: νόμος του είναι, όπως θέλει τον ερμηνεύει. Σε συνθήκες που το κράτος ορίζει τον νόμο μόνο και ανενόχλητο, νοούμενο ως ουδέτερο όργανο με καλούς ή κακούς διαχειριστές, τότε αυτό μπορεί να επικαλεστεί κατάσταση εξαίρεσης, όποτε θέλει. Πρόκειται για την αποδοχή του κράτους ως διαιτητή μεταξύ αποδεκτών αντιμαχόμενων συμφερόντων, πρόκειται, δηλαδή, για το κράτος που ύμνησαν οι μικροαστοί.  Κάπως έτσι, οι «δημοκρατικές φωνές του τόπου» μιλούν για τα αναφαίρετα δικαιώματα και τις πανανθρώπινες αξίες ως κύριο όπλο ενάντια στον αυταρχισμό. Κάπως έτσι, η ΕΡΤ δεν είναι ένας απλός εργατικός αγώνας.

Εκεί κατά τη δεκαετία του ’70, όταν η συσσώρευση πλούτου με τη μορφή της αποικιακής εκμετάλλευσης και του πολέμου εξελισσόταν πια μακριά, ενώ η αυτοματοποίηση έφερε την εικόνα του κόσμου – εργοστασίου, σημειώθηκε ένα σημείο καμπής για τη θεωρία των κινημάτων. Μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα, η δυτική σκέψη μπορούσε να αναμένει με δέος την προοπτική του αυτορρυθμιζόμενου δίκαιου αστικού κράτους ή να δει τη δυνατότητα βίαιης και συνολικής υπέρβασης της κοινωνίας – εργοστασίου, αξιακά και αισθητικά. Τελικά, η νεοφιλελεύθερη αυτοθέσμιση της εκμετάλλευσης των ανθρώπων και της φύσης ως αρχής χωρίς εναλλακτικές, απορροφήθηκε από τις φαινομενικά ριζοσπαστικές κριτικές με τρόπο επιβλητικό. Κάπως έτσι εμφανίσθηκε ο μεταμοντέρνος μικροαστός. Για τον μικροαστό που μέσα από τη σοσιαλδημοκρατία γνωρίσαμε και αγαπήσαμε, δε χρειάζεται να πούμε πολλά. Βρίσκεται ανάμεσα στο μεγάλο κεφάλαιο που φοβάται και φθονεί και στο προλεταριάτο που τρέμει μην καταλήξει και κάπως έτσι, καταλήγει να εξυμνεί το Κράτος ως ρυθμιστή της κοινωνικής συνοχής και προστάτη, ως υπόσχεση επιβίωσης και ανέλιξης. Ο μικροαστός δέχεται δύσκολα την εξομοίωσή του με την εργατιά και ακόμα και όταν προλεταριοποιείται βιαίως, συνεχίζει συνήθως να προσδοκά την επαναφορά στην πρότερή του κατάσταση. Δε θεωρεί πως υπάρχει ταξική πάλη για να λάβει μέρος και μένει να μιλά για τα απομονωμένα δικαιώματά του, όταν αυτά καταπατούνται.

Οι μεταμοντέρνοι, από την άλλη, βλέπουν μέσω του σύνθετου παγκόσμιου πλέγματος οικονομικοκοινωνικών σχέσεων, πως δεν υφίσταται πεδίο που δεν προϋποθέτει και δεν συνθέτει σχέσεις εξουσίας. Η εξουσία στη μεταμοντέρνα θεωρία δεν κατέχεται, αλλά ασκείται, δεν επιβάλλεται στους αδύναμους αλλά τους περιβάλλει και μεταδίδεται και μέσα από αυτούς: η κοινωνία της καταπίεσης είναι, τελικά, φύση του ανθρώπου. Η διαδικασία ανάδρασης ανάμεσα στην εξουσία και την αντίσταση γίνεται σε αναρίθμητα πεδία και μεταφράζεται στις μάχες για τα επιμέρους δικαιώματα, που θα φέρουν νέες αποδεκτές μορφές κανονικοποίησης. Αυτή η αποστασιοποίηση καταλήγει στην ατομική προσταγή της αποσύνδεσης από την εξουσία, αφού δεν υπάρχουν πια εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι, αλλά προσωπικός αγώνας για τα δικαιώματά. Ο (μεταμοντέρνος) μικροαστός δεν δέχεται την ύπαρξη της τάξης της οποίας τα συμφέροντα μπορούν να φτιάξουν μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, αφού όλοι είναι φορείς εξουσίας και έχουν χεσμένη τη φωλιά τους. Κάποιοι μπήκαν στη δουλειά μέσω γνωστού, κάποιοι δεν πλήρωσαν φόρο, κάποιοι δεν το έπαιζαν και τόσο αγωνιστές όταν ήταν πιο βολεμένοι κ.λπ. Η διάταξη, λοιπόν, δεν μπορεί να αλλάξει και κάπως έτσι προσφέρεται το τέλειο άλλοθι στην κυριαρχία, ως αποτέλεσμα του πολιτισμού της εξατομίκευσης και αντικειμενοποίησης του ανθρώπου, της αποθέωσης του κρατικού μηχανισμού ως αναγκαίου, της προσφυγής στην ηθική του συστήματος από αυτούς που διατείνονται ότι την αντιπαλεύουν.

Θα ‘πρεπε να έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε αγώνες να χάνουν από τα αποδυτήρια, απαντώντας μόνο στο πεδίο που το κράτος ανέχεται.  Στο προκείμενο, λοιπόν, το πρώτο και το τελευταίο που θα ’πρεπε να μας ενδιαφέρει είναι το πώς θα νικήσει ο αγώνας των εργαζόμενων και μέσω αυτού η κοινωνία, ενώ όλα τα άλλα είναι λιγότερο ή περισσότερο χρήσιμα μόνο εφόσον διαμεσολαβούν τον στόχο αυτό. Θα’ πρεπε να μας ενδιαφέρει το πώς οι εργαζόμενοι θα κρατήσουν την επιχείρηση, το πώς θα εκβιάσουν τους πόρους από το κράτος και το κεφάλαιο, όχι απλώς για να μην πεταχτούν στην ανεργία, αλλά για να κρίνουν και να αλλάξουν το αποτέλεσμα που παράγουν. Τα δικαιώματα στην έκφραση θα κερδηθούν μόνο όταν ξαναγίνουν ανάγκες και όταν αυτές πραγματωθούν μέσα από τον αγώνα της τάξης να αυτοκαταργηθεί, να φέρει τότε την πραγματική ελευθερία, την αυτοθεσμισμένη κοινωνική ελευθερία ίσων ανθρώπων. Μακάρι όλοι οι εργατικοί αγώνες να πολώνουν την κοινωνία όπως αυτός των εργαζομένων της ΕΡΤ και μακάρι ο αγώνας στην ΕΡΤ να φέρει νίκες και να χτίσει συνειδήσεις. Στο χέρι μας είναι να νικήσουμε, αλλά υπάρχει ένα προβληματάκι που πρώτα πρέπει να λυθεί: πρέπει να κάνουμε το δίκαιο ανάγκη.

Άννα Β.

Advertisements