Οι πνευματικοι ανθρωποι κι εμεις οι υπολοιποι

songs from the second floor 2

Τελευταία, είναι της μόδας η παρουσία «πνευματικών ανθρώπων» στα κανάλια των Μπόμπολα, Ψυχάρη και λοιπών, για να καταδικάζουν με ωραία και άρτια φιλολογικά γλώσσα τη βία, τα άκρα και τον ολοκληρωτισμό. Το κύριο μοτίβο ακολουθεί τη συλλογιστική πως η δημοκρατία κινδυνεύει τόσο από τον φασισμό όσο και από τον κομμουνισμό, ενώ η απάντηση δεν είναι άλλη από την κοινή λογική. Τι σημαίνει αυτό; Μα, πως αυτοί κατέχουν την μόνη αλήθεια, σε μία τεταμένη εποχή παραλογισμού. Η αλήθεια τους γίνεται το όπλο ενάντια στο κακό των άκρων και των ακροτήτων.

Αθεράπευτα ναρκωμένη, αυτή η «προοδευτική» φάρα των παλαιών αριστερών του συναφιού της Σώτης, στρατευμένη στον ευκαιριακό πολιτικαντισμό, ενοχική όσο δεν πάει, αλαζονική με τους αδύναμους και αυτιστικά δουλική με τους δυνατούς, μοιάζει να συμπληρώνει όλους αυτούς τους νοσταλγούς που επιζητούν την επανάσταση σε κάποιο ράφι βιβλιοθήκης, αυτούς που λάτρεψαν να υμνούν την ήττα. Αυτοί είναι ο πολιτισμός των ηλιθίων. Κάποτε όλοι αυτοί, από τα εναλλακτικά στέκια της αμφισβήτησης διορίζονταν απ’ ευθείας σε ακαδημαϊκά πόστα για να ντύνουν με προοδευτισμό το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Σήμερα, οι πιο τυχεροί είναι σύμβουλοι επικοινωνίας. Γι’ αυτό εξανίστανται οι πνευματικοί άνθρωποι. Έχουν διαλέξει πλευρά, όχι τώρα, πολύ καιρό πριν και μάχονται για να επαναφέρουν το ρόλο τους, διαγωνίζονται μεταξύ τους  για να δώσουν τα διαπιστευτήριά τους.

Το ερώτημα που θέτουν στέκει αμείλικτο: έξοδος από την οικονομική κρίση με ορθολογικοποίηση ή αναρχία και χάος; Αν κανείς αναρωτηθεί γιατί να νοιαστεί για την έξοδο από την κρίση ενός εκμεταλλευτικού συστήματος και αν η συνεχής του ανάπτυξη είναι βιώσιμη και λογική για μια κοινωνία, τότε αυτός είναι ολοφάνερα φορέας ολοκληρωτισμού. Και βέβαια, χωρίς περιττές εξηγήσεις ή διασαφηνίσεις, η κοινή λογική που προτάσσουν πρόκειται για την εργαλειακή ορθολογικότητα που δεν αφορά την εξέταση της ηθικής του σκοπού, αλλά απλώς την επίτευξή του, ακόμα και αν οι άνθρωποι πεθάνουν ή η γη καταστραφεί για αυτό. Πρόκειται για μια στοχαστική μεθοδολογία νεοφιλελεύθερου τύπου.

Το ιδεολογικό ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού παίζει μπάλα στην Ελλάδα ήδη από τη δεκαετία του ’80 και εκφράζεται με αλαζονεία ως μόνη κοινή λογική παρά την παταγώδη αποτυχία του. Ήταν τότε, τη δεκαετία του ’80, που ο νεοφιλελευθερισμός – το πολιτικό ρεύμα εκείνο που αποδυνάμωσε όλες τις δομές του πάλαι ποτέ κοινωνικού κράτους, μεταφέροντάς τες στην αγοραία σφαίρα και ισχυροποίησε τις κατασταλτικές δομές του κράτους προς όφελός του –  κέρδισε μια τεράστιας σημασίας ιδεολογική μάχη, αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο νεοφιλελευθερισμός ως οικονομικό δόγμα ήρθε χέρι χέρι με τη νέας γενιάς αυτοματοποίηση της παραγωγής, που μόνο οι πλέον αδαείς είχαν πιστέψει πως θα φέρει την αύξηση του ελέυθερου χρόνου. Για όλους τους υπόλοιπους που διέθεταν στοιχειώδη διορατικότητα, η επιλογή του κεφαλαίου δεν ξάφνιασε: συνέχιση της παρασιτικής διόγκωσης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων εις βάρος ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής τάξης, που πλέον αποκλειόταν στην ανεργία. Η εκτίμηση που οδήγησε στην έκφραση «κοινωνία των 2/3» ήταν ότι η αύξηση της παραγωγικότητας θα αντιστάθμιζε και με το παραπάνω τη μείωση της καταναλωτικής δύναμης μέσω του αποκλεισμού ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος της κοινωνίας, που υπολογιζόταν στο 1/3.

Όμως, το νεοφιλελεύθερο δόγμα έμελλε να διαψευσθεί. Η «κοινωνία των δύο τρίτων» αποδείχθηκε διαδικασία και όχι στατική κατάσταση (τα 2/3 έγιναν τα 2/3 των 2/3 κ.ο.κ.), κάτι που φαντάζει λογική συνέπεια της συνεχούς καπιταλιστικής συσσώρευσης κεφαλαίου, για όλους εκτός από τους οικονομολόγους. Η ύφεση που ακολούθησε έγινε το υπόβαθρο μιας μεγάλης ιδεολογικής μάχης, μιας μάχης που χάθηκε. Τη δεκαετία του ’30 τη λύση στην κρίση, έστω και πρόσκαιρα, έδωσε το κόλπο του κοινωνικού κράτους. Τη δεκαετία του ‘80, επικράτησε το αδίστακτο θατσερικό “there is no alternative”. Αυτή η φρασούλα συμπυκνώνει όλη την επιβλητική αυτοθέσμιση του καπιταλισμού ως ιστορικά τελευταίο σύστημα, τελευταίο και παντοδύναμο. Αυτό είναι το δόγμα του σύγχρονου κόσμου, η κεντρική ιδέα γύρω απ’ την οποία αναπτύσσεται ο, τι άλλο.

Αυτή η μεταφυσική αρχή, αρχή που αν δεν ενστερνίζεσαι κυνηγιέσαι σαν αιρετικός, την αγκάλιασε και σχεδόν όλη η προοδευτική σκέψη, η αριστερά των σταδίων και της αναμονής της ωρίμανσης των συνθηκών, η αριστερά της ευθύνης και του πραγματισμού, η μεταμοντέρνα θεωρία περί ανίκητης εξουσίας, η αυτονομία, η  life-style αναρχία. Ο εναγκαλισμός αυτός έγινε είτε ανοιχτά, είτε κάνοντας «ρεαλιστικές στροφές» στον λόγο και στην πράξη.

Η νεοφιλελεύθερη φιλολογία προτάσσει τον ορθό λόγο ενάντια στον παραλογισμό με την αλαζονεία που της δίνει η ιδεολογική της νίκη. Στην πραγματικότητα, η οπτική αυτή αντλεί τη σιγουριά της υπερασπιζόμενη το βασικό ψεύδος: το τέλος της πάλης των τάξεων. Μία παραδοχή ότι η οπτική αυτή είναι δυνατή μόνο από την πλευρά της κυριαρχίας, που επιζητά να βλέπει τον εαυτό της ως φυσικά αρχή και να μεριμνά για την αναπαραγωγή της, θα σήμαινε και την αυτοκατάργησή του. Γι’ αυτό η ρητορεία της χαρακτηρίζεται από αντι-συντηρητικές και κυρίως αντικομουνιστικές κορώνες, από απαξίωση κάθε νοσταλγίας για το παλαιό – αφού για αυτή η επανάσταση δεν μπορεί παρά να είναι μια επανάληψη του παρελθόντος χωρίς τίποτα νέο-  και από άκρατη στήριξη της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας της νεοφιλελεύθερης αγοράς.  Η αμφισβήτηση της αυτονόμησης της οικονομίας και του δόγματος της ανάπτυξης είναι κόκκινο πανί και δείγμα ακρότητας και ολοκληρωτισμού. Πρόκειται για την απόλυτη αντιστροφή.

Αν αποδεχθείς αυτό το δόγμα, είτε από ταύτιση και συμφωνία, είτε από αδυναμία και φόβο, δεν μπορείς να διατείνεσαι ότι πολεμάς για ελευθερία και δικαιώματα. Αν θέλεις να αντισταθείς, πρέπει να το κάνεις ολοκληρωμένα: πολιτικά και οικονομικά, πολιτισμικά και αξιακά. Αν νοιώθεις αδύναμος να κάνεις σαφή τα όρια μέσα κι έξω από το δόγμα, τότε δε σου φταίει η Σώτη. Το ξέρω, είναι λογικό να σ’ εκνευρίζει, όμως δε λέει κάτι ολότελα διαφορετικό απ’ αυτό που λένε οι συνάδελφοί της και οι διπλανοί της στα πάνελ, ένθεν κι ένθεν. Απλώς ενσαρκώνει το κλισέ της ξινής και κακιασμένης γκόμενας, γι’ αυτό σε πειράζει. Το θέμα είναι αλλού: γιατί ο δρόμος τους κι ο δρόμος μας, ο πολιτισμός τους κι ο πολιτισμός μας δεν γίνονται ολότελα διαφορετικοί; Υπάρχει, και αν ναι, ποια είναι η κόκκινη γραμμή ανάμεσά μας; Με άλλα λόγια, αν δεν θέλεις να μιλήσεις για τον καπιταλισμό, καλύτερα μην γκρινιάζεις ούτε για τη χυδαία νεοφιλελεύθερη ρητορεία.

* Έτσι για την ιστορία, η τελευταία παράγραφος του δοκιμίου του Φουκογιάμα, περί τέλους της ιστορίας ανέφερε: «Το τέλος της ιστορίας θα είναι μια θλιβερή εποχή… η μετα-ιστορική περίοδος δεν θα είναι ούτε τέχνη, ούτε φιλοσοφία, απλώς η αιώνια φροντίδα του μουσείου της ανθρώπινης ιστορίας.» Δε γίνεται να αποδεχτείς ή να απορρίψεις επιστημονικοορθολογικά τον Φουκογιάμα. Μπορείς, ωστόσο, να αποδεχθείς την ασχήμια του ή όχι. 

** Η εικόνα από το αριστούργημα του Roy Andersson «Τραγούδια από τον 2ο όροφο», όπου σύσσωμος ο πνευματικός κόσμος δολοφονεί τη νεότητα

Άννα Β.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s